Η λέξη της ημέρας

Μην ξεχάσετε να κοιτάξετε απόψε το βράδυ τον ουρανό. Έχουμε πανσέληνο.


αναδιφώ ρ. μετβ. [αναδιφάς.../ αναδίφησα] (λόγ.) ερευνώ εξαντλητικά αναζητώντας κάτι: αναδίφησε τα παλιά αρχεία και βρήκε σημαντικά στοιχεία για τη μελέτη του.
[ΕΤΥΜ.< αρχ. αναδιφώ (-άω) «αναζητώ ψηλαφώντας» <ανα-+διφώ - ψηλαφώ», αγν. ετύμου].