Στέργω


στέργω ρ. μετβ. [έστερξα] (+να) δέχομαι, συναινώ: δεν έστερξε να υποταχθεί στους όρους που του επέβαλαν ΑΝΤ. αποστέργω, αρνούμαι.
[ΕΤΥΜ. αρχ. < Ι.Ε. *sterg- «προσέχω, φροντίζω», πβ αρχ. ιρλ. serc «αγάπη» ουαλ. search, βρετον. serc'h, αρχ. σλαβ. strego «προσέχω, φροντίζω» κ.α. Παράγ. στοργή (βλ.λ). Το ρ. στέργω είχε αρχικώς τη σημ. «δείχνω τρυφερότητα, περιβάλλω με αγάπη», αναφερόμενο κυρ. στην αγάπη μεταξύ γονέων και παιδιών, καθώς και μεταξύ συγγενικών προσώπων (κατ' αντιδιαστολή προς τα ουσ. έρως, φιλία, αγάπη) ενώ οι σημ. αυτές εμφανίζονται στο παράγ. στοργή. Στη συνέχεια το ρ. στέργω έλαβε τη σημ. «δέχομαι, αρκούμαι σε κάτι, ικανοποιούμαι με κάτι» χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος από το αρχικό του σημασιολ. πεδίο].
Γ. Μπαμπινιώτης