Πρωτόλειο

Απόψε δεν ξεχνάμε να κοιτάξουμε τον ουρανό. Έχει πανσέληνο.



πρωτόλειο (το) [πρωτολεί-ου / -ων] (λόγ.) 1. το πρώτο έργο, κυρ. ποιητικό, ενός δημιουργού 2. (κατ' επέκτ.) το πνευματικό, κυρ. ποιητικό, δημιούργημα που στερείται ωριμότητας σε σχέση με τα μεταγενέστερα έργα τού ίδιου δημιουργού.
[ΕΤΥΜ. μτγν. πρωτόλειον (κυρ. πληθ. πρωτόλεια) < πρωτο- +λειον < λεία (βλ.λ.) ή, συμφωνα με λιγότερο πιθ. εκδοχή, < αρχ. προ-τέλεια (ενν.ιερά) «θυσίες που προσφέρονταν πριν από κάθε γιορτή» < προ- + τέλεια < τέλος, με την επίδρ. τού επιθ. πρώτος].
Γ. Μπαμπινιώτης