Μυριόνεκρος

μυριόνεκρος, -η, -ο [μτγν.] (για πόλεμο, μάχη) αυτός που χαρακτηρίζεται από την απώλεια τής ζωής πολλών ανθρώπων: - σύγκρουση / ατύχημα ΣΥΝ. πολύνεκρος ΑΝΤ. αναίμακτος
Γ. Μπαμπινιώτης