τα δοκαρια στο γρασιδι περιμενουν τα παιδια...

Διαβάστε ένα παραμύθι να γλυκαθεί η ψυχή σας. 
Το βρήκα μέσα στο CD των Πυξ Λαξ με τον τίτλο «τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδιά». Και να φανταστείτε πως πάντα αυτό το CD ήταν μπροστά μου και ποτέ δεν έτυχε να διαβάσω το παραμύθι... 
Πόσα πράγματα είναι μπροστά μου χρόνια τώρα κι εγώ δεν τα 'χω δει;




Αποτέλεσμα εικόνας για τα δοκάρια στο γρασίδι περιμένουν τα παιδιά

Πηγή φωτ/φίας:http://pyx-lax.blogspot.gr/p/dokaria2001.html

Η νύχτα φόρεσε το πιο καλό της φόρεμα  και ξεκίνησε για τη βάρδια της.
Η μέρα την ευχαρίστησε που ήρθε για να την ξεκουράσει και απομακρύνθηκε...
Αναρωτήθηκε μ' ένα πονηρό χαμόγελο: «Τι να σκαρώσω τώρα σ' αυτούς που λένε ότι με αγαπούν;»
Έριξε το βλέμμα στον υγρό δρόμο και κάτω από ένα στύλο ηλεκτρικού είδε το αγόρι που ξεκουραζόταν. Τι να σκεφτόταν; Ήταν γύρω στα δεκατέσσερα και όμως φαινόταν μεγαλύτερος.
Το πέπλο της πίκρας, του σκέπαζε τα μάτια. Τα κέρματα που κέρδισε από τις δουλειές του ποδαριού αναπαύονταν στις τσέπες του αλλά δεν έφταναν για ένα πιάτο φαγητό. Η απέναντι πόρτα του καταστήματος σε λίγο θα γινόταν το κρεβάτι του.
Οι άδειες κούτες το σκέπασμα και το μαξιλάρι του.
Οι γονείς του χάθηκαν στους τελευταίους βομβαρδισμούς.
Στάθηκε «τυχερός» γιατί ήταν σχολείο.
Τα ερείπια του σπιτιού έθαψαν για πάντα τον κήπο των ονείρων του.
Πέρασε από βουνά και ποτάμια για να φτάσει σε άλλη χώρα έτσι για να υπάρχει και να μη θυμάται.
Η μελαγχολική φυσιογνωμία του κίνησε την περιέργεια της νύχτας.
Σκέφτηκε λίγο και αποφάσισε του μιλήσει. Πήρε τη μορφή μιας ευγενικής γυναίκας και το πλησίασε.
Το αγόρι είδε στο πρόσωπό της την τελευταία πελάτισσα. «Κυρία, κυρία θέλετε λουλούδια;»
«Ναι αγόρι μου, αλλά θα σε πληρώσω με το δικό μου τρόπο.»
Το αγόρι αντέδρασε: «Κυρία, μόνο με λεφτά πουλάω. Τι να τα κάνω όλα τ' άλλα;»
«Τι θα τα κάνεις αγόρι μου τα λεφτά;»
«Φαγητό κυρία.»
«Πάμε, θα σου αγοράσω εγώ φαγητό.»
Το αγόρι δεν είχε τι να χάσει και συμφώνησε.
«Μόνο αγόρι μου θα χρειαστούμε καλά ρούχα για σένα. Περίμενε μια στιγμή».Ανοιγόκλεισε τα μάτια και εμφανίστηκαν μπροστά της δυο κορίτσια με φτερά στους ώμους.
«Τι θα θέλατε κυρία;»
«Ρούχα για το αγόρι.»
Αμέσως τα κορίτσια ικανοποίησαν την επιθυμία της και πάνω στα χέρια τους φάνηκε μια ολοκαίνουρια φορεσιά στα μέτρα του αγοριού.
Αφού ντύθηκε το αγόρι, η κυρία του έφτιαξε τα μαλλιά του πρόχειρα με τα δάχτυλά της και του είπε: «Είμαστε έτοιμοι.»
Στο απέναντι πεζοδρόμιο ο οδηγός άνοιξε την πόρτα του μεγάλου μαύρου αυτοκινήτου και υποδέχτηκε την κυρία και το αγόρι.
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε γλιστρώντας απαλά, ενώ μια απαλή μουσική απλώθηκε στο εσωτερικό.
Το αγόρι έδειξε απορημένο: «Τι είναι αυτό κυρία;»
«Μουσική παιδί μου, δεν έχεις ακούσει ποτέ;»
«Το μόνο που θυμάμαι, κυρία, είναι ο θόρυβος των όπλων και οι σειρήνες να ουρλιάζουν συνεχώς.»
«Η μουσική, αγόρι μου, είναι για να μας ταξιδεύει εκεί που δεν μπορεί να φτάσει το σώμα μας. Η μουσική είναι η γλώσσα που καταλαβαίνει η καρδιά μας, όταν οι έρωτες χτυπούν την πόρτα. Η μουσική είναι το μέσον για να γίνουμε καλύτεροι.»
«Αυτοί, κυρία, που σκότωσαν τους γονείς μου δεν άκουγαν μουσική:»
Η νύχτα δαγκώθηκε αλλά δεν το έδειξε.
«Φτάσαμε, κυρία» η φωνή του οδηγού διέκοψε τη σκέψη της. Της άνοιξε την πόρτα. Κατέβηκαν και μπήκαν στο πολυτελές εστιατόριο. Το τραπέζι τους περίμενε και οι σερβιτόροι έτοιμοι να τους εξυπηρετήσουν. Ένα πλούσιο γεύμα σερβιρίστηκε. Η νύχτα έδωσε θάρρος στο αγόρι ν' αρχίσει, γιατί διαπίστωσε ότι ντρεπόταν. «Πάρε ό,τι θέλεις.» Το αγόρι πήρε λίγο απ' όλα και σταμάτησε.
«Γιατί δεν τρως;»
«Έφαγα κυρία, και σ' ευχαριστώ αλλά γιατί τα κάνεις όλα αυτά για μένα;»
«Δεν έκανα τίποτα, απλά ήθελα να παίξω λίγο απόψε και όπως ξέρεις τα παιχνίδια δεν παίζονται μ' έναν. Θέλεις να συνεχίσουμε;»
Το αγόρι απάντησε: «Σχεδόν σε όλα τα παιχνίδια υπάρχει ο χαμένος και εσύ κυρία ξέρεις το παιχνίδι καλά. Το μόνο που έχω είναι ότι βλέπεις.»
«Σ' αυτό το παιχνίδι δεν υπάρχουν χαμένοι, θα δεις στο τέλος. Τι θα ήθελες να κάνουμε τώρα;»
«Θα ήθελα να ήμουν σ' ένα τσίρκο να δω τους κλόουν να χορεύουν.»
Η νύχτα δεν άργησε να ικανοποιήσει την επιθυμία του.
Κάτω από την τέντα του τσίρκου τα γέλια των παιδιών και οι φωνές τους ήταν σαν τραγούδι χαράς. Το αγόρι κόλλησε τα μάτια του στους κλόουν που το πλησίασαν. Ήταν ψεύτικα τα δάκριά τους ή αληθινά δεν μπόρεσε να καταλάβει. Θυμήθηκε τον πατέρα του που του 'χε φέρει, παραμονές Χριστουγέννων, ένα μικρό δέντρο με τα στολίδια στο κουτί. Ξαφνικά το πρόσωπο του κλόουν άλλαξε και το πρόσωπο του πατέρα του πήρε τη θέση του.
«Μπαμπά» ακούστηκε τρεμάμενη η φωνή του.
«Μην τρομάζεις, γιέ μου, τίποτα δεν χάνεται αν έχει υπάρξει έστω για λίγο. Είμαι εδώ και παντού και θα 'μαι πάντα δίπλα σου.»«Γιατί δεν μπορώ να σε βλέπω συνέχεια;» ρώτησε το αγόρι.
«Ό,τι βλέπουμε δεν είναι πάντα η αλήθεια. Αλλού βρίσκεται η αλήθεια. Στον πόνο που νιώθεις, στο νερό που πίνεις, στα ανοιξιάτικα χαμόγελα των λουλουδιών, στα αστέρια που πέφτουν, στη σύντομη ζωή της πεταλούδας.»
«Μπαμπά, πού είναι η μαμά;»
«Γιέ μου, όταν οι άνθρωποι πετάξουν μακριά από τη γη, χάνονται και δεν την έχω δει. Όμως αυτή σίγουρα θα βλέπει εσένα και κάποια στιγμή θα σου φανερωθεί.»
«Μπαμπά ποια είναι η κυρία που μ' έφερε εδώ;»
«Είναι η νύχτα, γιέ μου, είναι σκληρή γυναίκα μα κρύβει καλοσύνη κάτω απ' το σκοτάδι της»
«Πήγαινε μαζί της, αλλά μην την εμπιστευτείς ποτέ.»
Ο κλόουν πήρε πάλι το δικό του πρόσωπο και άπλωσε το χέρι του στο αγόρι. Το αγόρι έδωσε το δικό του και καθώς τα χέρια ενώθηκαν, μια χρυσόσκονη άρχισε να χορεύει γύρω τους.
Η σκόνη ξαφνικά συγκεντρώθηκε στο πάτωμα. Το αγόρι αφήνοντας το χέρι του κλόουν, έσκυψε και είδε ένα μικρό χρυσό άστρο. Το σήκωσε και το κοίταξε. Όπως το είχε στα χέρια του το αστέρι άνοιξε στα δύο. Μέσα ήταν ένα κλειδί.
Η κυρία Νύχτα του είπε τότε: «Κράτησέ το αυτό, ίσως το χρειαστείς. Τώρα πες μου αν κουράστηκες ή αν θέλεις να συνεχίσουμε.»
«Θέλω να συνεχίσουμε, θέλω να δούμε ποδόσφαιρο».
Είχε αρχίσει τώρα να λύνεται. Η νύχτα δεν μπορούσε να του χαλάσει χατίρι.
Βρήκαν τις θέσεις τους στο γήπεδο. Τα δοκάρια πάνω στο γρασίδι περίμεναν τους παίκτες για να ζωντανέψουν.
Το παιχνίδι άρχισε. Όλοι έτρεχαν προς τα εκεί που πήγαινε η μπάλα.
Η νύχτα έσκυψε και του ψιθύρισε στο αφτί:«Η μπάλα μοιάζει με τη γυναίκα. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να μάθεις για να τις πας μπροστά είναι να τις σταματάς και να τις ελέγχεις. Αν τις χαϊδέψεις θα μείνουν στα πόδια σου και θα κάνουν αυτό που θέλεις. Αν δεν μπορείς να τις ελέγξεις, θα φύγουν.»
Το αγόρι δεν πολυκατάλαβε αλλά χαμογέλασε και αφοσιώθηκε στο παιχνίδι.
Όταν ο διαιτητής σφύριξε το τέλος, σηκώθηκαν να φύγουν.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν.
«Τι θα ήθελες τώρα, μικρέ μου;»
«Νυστάζω, κυρία, είναι αργά. Νομίζω ότι πρέπει να γυρίσω στις κούτες μου.»
«Όχι, αγόρι μου» του απάντησε.
«Από σήμερα θα κοιμάσαι αλλού: στο δικό μου σπίτι.»
Το αγόρι αμήχανο δεν έφερε αντίρρηση.
Ήταν ένα μεγάλο σπίτι με υπηρέτες και όλα τα καλά.
Η νύχτα του έδειξε το δωμάτιό του λέγοντάς του: «Όλα αυτά που έχω είναι και δικά σου. Μόνο που εγώ κοιμάμαι το πρωί και ξυπνάω τα βράδια.
Δεν θα συναντηθούμε ξανά αλλά θα επικοινωνούμε με τον τρόπο μου.
Προτού τον αποχαιρετήσει του έδωσε ένα κουτί και έφυγε.
Τότε το αγόρι θυμήθηκε το κλειδί. Το έβγαλε από την τσέπη του. Ταίριαζε στην κλειδαριά του κουτιού.
Το κουτί άνοιξε και ένα σημείωμα ήταν μέσα.
Το αγόρι άρχισε να το διαβάζει αργά:
Ό,τι βλέπουμε ανήκει σε όλους μας.
Ό,τι έχουμε τώρα εμείς,
αύριο θα το έχουν άλλοι.
Οι άνθρωποι περνούν
αφήνοντας ζωή:
«Ακολούθησέ την»

Κείμενο: Μαρία Σπηλιωτοπούλου